αλμυρίκι
Και: αρμυρίκι
το, ουσ.

(φυτολ.) δέντρο που φύεται σε παράλιες περιοχές της Μεσογείου, η επιστ. του ονομ.: Ταμαρίς (λατιν. Tamarix) ανθεκτικό σε ξηρά, υψηλής αλατότητας εδάφη, καθώς και στα σταγονίδια της θάλασσας, συνών. βρέζι, (αρχ.) μυρίκη.
Ετυμολογία
< ἁλμυρός + -ίκι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλμυρίκι και αρμυρίκι», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλμυρικι-και-αρμυρικι/