navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιωρούμαι

αιωρούμαι

ρ. [αμετβ.]

  1. κινούμαι στον αέρα παλινδρομικά, συνών. μετεωρίζομαι, ταλαντεύομαι
  2. (μτφ.) είμαι αναποφάσιστος, διστάζω να πάρω απόφαση για κάτι, αμφιταλαντεύομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. αἰωροῦμαι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιωρούμαι», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/αιωρουμαι/