αιωρούμαι
ρ. [αμετβ.]
- κινούμαι στον αέρα παλινδρομικά, συνών. μετεωρίζομαι, ταλαντεύομαι
- (μτφ.) είμαι αναποφάσιστος, διστάζω να πάρω απόφαση για κάτι, αμφιταλαντεύομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰωροῦμαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιωρούμαι», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/αιωρουμαι/