navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγαύη

αγαύη

η, ουσ.

  1. (φυτολ.) γένος μονοκοτυλήδονων φυτών προερχόμενο από περιοχές της Αμερικανικής Ηπείρου, βρώσιμα τα άνθη, τα φύλλα, οι μίσχοι, και οι ίνες των φύλλων που δημιουργούν το σχοινί σιζάλ [δες λ.] [επιστ. ονομ.: Agave sisalana]
  2. (μυθολ.) [ως κυρ. όν.] Αγαύη, α) κόρη του βασιλιά των Θηβών Κάδμου και της Αρμονίας, β) μία από τις Νηρηίδες (τις κόρες του Νηρέα και της Ωκεανίδας Δωρίδος).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγαύη», σ. 34. https://navalhistory.gr/lexiko/αγαυη/