navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιμορραγώ

αιμορραγώ

ρ. [αμετβ.]

  1. (ιατρ.) υποφέρω από αιμορραγία
  2. χάνω αίμα εξαιτίας ρήξεως αιμοφόρων αγγείων από τραυματισμό ή άλλη αιτία
  3. ζω έντονα συναισθήματα
  4. (μτφ.) αποδυναμώνομαι οικονομικά.

Ετυμολογία

< αρχ. αἱμορραγῶ < αἷμα + -ρραγής < ρήγνυμι [= σπάζω, θραύω, τεμαχίζω ή κομματιάζω, σχίζω, ξεσχίζω, θρυμματίζω, καταστρέφω, κλονίζω, γκρεμίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιμορραγώ», σ. 52. https://navalhistory.gr/lexiko/αιμορραγω/