navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλλαγή

αλλαγή

η, ουσ.

  1. μετατροπή από μία κατάσταση σε άλλη, συνών. μεταβολή, αλλοίωση
  2. αντικατάσταση
  3. (ιατρ.) καθαρισμός και επίδεση της πληγής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀλλαγή < ἀλλάσσω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλλαγή», σ. 66. https://navalhistory.gr/lexiko/αλλαγη/