αερικός
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που αποτελείται από αέρα
- (ως ουσ.) το αερικό, α) ξωτικό, στοιχειό, δαιμονικό, φάντασμα, β) τύπος φορολόγησης στο Βυζάντιο, γ) είδος θερμομέτρου, δ) (ιατρ.) ασθένεια του δέρματος ή νευρικής φύσεως.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀερικός [= όμοιος με αέρα, εφήμερος] < αρχ. ἀήρ. Αερικό Αερικό λένε την κόρη που αγαπώ Βγήκα στο δρόμο μια βραδιά κι είδα να παίζουν τα παιδιά μα πιο ψηλά στον ουρανό έπαιζε ένα άστρο μακρινό Αερικό Αερικό λεν το λουλούδι που αγαπώ Πήγα και βρήκα χρυσικό για δαχτυλίδι μαγικό μα ήταν το δάχτυλο μικρό και το χαμόγελο πικρό Αερικό Αερικό λένε τα μάτια…
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αερικός», σ. 44. https://navalhistory.gr/lexiko/αερικοσ/