navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιματοκρίτης

αιματοκρίτης

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(ιατρ.) α) συσκευή μέτρησης για τον καθορισμό της τιμής του αιματοκρίτη, συνών. αιματόμετρο, β) η εκατοστιαία αναλογία του όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων στο αίμα.

Ετυμολογία

< αγγλ. haematocrit < αίμα, γεν. αίματος + κριτής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιματοκρίτης», σ. 52. https://navalhistory.gr/lexiko/αιματοκριτησ/