ακτινοσκόπηση
η, ουσ.
(ιατρ.) εξέταση των εσωτερικών οργάνων του σώματος με την βοήθεια των ακτίνων Χ.
Ετυμολογία
< ακτινοσκοπώ < ακτίνα [< ἀκτίς] + [αρχ.] σκοπέω, -ῶ [= βλέπω, εξετάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακτινοσκόπηση», σ. 60. https://navalhistory.gr/lexiko/ακτινοσκοπηση/