navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλλάζω και αλλάσσω

αλλάζω

Και: αλλάσσω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. μεταβάλλω τη μορφή κάποιου, συνών. διαφοροποιώ, αλλοιώνω
  2. αντικαθιστώ
  3. δίνω και παίρνω
  4. (ιατρ.) περιποιούμαι κάποιο τραύμα
  5. μετακινούμαι
  6. (φρ.) «αλλάζω πορεία / σκοπό / βάρδια / στολή / στόχο / χρήματα».

Ετυμολογία

< αρχ. ἀλλάσσω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλλάζω και αλλάσσω», σ. 66. https://navalhistory.gr/lexiko/αλλαζω-και-αλλασσω/