αλλάζω
Και: αλλάσσω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- μεταβάλλω τη μορφή κάποιου, συνών. διαφοροποιώ, αλλοιώνω
- αντικαθιστώ
- δίνω και παίρνω
- (ιατρ.) περιποιούμαι κάποιο τραύμα
- μετακινούμαι
- (φρ.) «αλλάζω πορεία / σκοπό / βάρδια / στολή / στόχο / χρήματα».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀλλάσσω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλλάζω και αλλάσσω», σ. 66. https://navalhistory.gr/lexiko/αλλαζω-και-αλλασσω/