navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακμή

ακμή

η, ουσ.

  1. το αιχμηρό σημείο ενός αντικειμένου, αιχμή, άκρη, κόψη, χείλος
  2. το υψηλότερο σημείο ανάπτυξης ενός πολιτισμού, μίας επιχείρησης κ.λπ.
  3. (ιατρ.) μορφή δερματοπάθειας, με εμφάνιση εξανθημάτων, κατά την διάρκεια της εφηβείας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκμή.

Παράγωγα

ακμαίος, ακμάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακμή», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακμη/