αιμορραγία
η, ουσ.
(ιατρ.) ροή αίματος εντός ή εκτός του σώματος, εξαιτίας ρήξεως αιμοφόρων αγγείων από τραυματισμό ή άλλη αιτία.
Ετυμολογία
< αρχ. αἱμορραγία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιμορραγία», σ. 52. https://navalhistory.gr/lexiko/αιμορραγια/