αγαλήνευτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που είναι κυματώδης, τρικυμισμένος, συνών. φουρτουνιασμένος, (φρ.) «αγαλήνευτη θάλασσα»,
- (μτφ.) αυτός που βρίσκεται σε συνεχή αναταραχή, που δεν καλμάρει εύκολα, που δεν κατευνάζεται, συνών. ανήσυχος, αντών. ήρεμος, γαλήνιος, πράος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + γαληνεύω.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγαλήνευτος», σ. 33. https://navalhistory.gr/lexiko/αγαληνευτοσ/