Μια σημαντική πτυχή της συμβολής της Ύδρας στον Αγώνα του Μεσολογγίου αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο του Γεώργιου Ε. Κουκουδάκη, "Η Ύδρα στον Αγώνα του Μεσολογγίου. Η Μάχη της Επιμελητείας" Στo πόνημα αυτό υποστηρίζει, μέσω της ιστορικής και στρατηγικής ανάλυσης, ότι οι συγκρούσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο των πολιορκιών του Μεσολογγίου ήταν συγκρούσεις που σε μεγάλο βαθμό κρίθηκαν σε όρους επιμελητείας και ότι σε αυτές τις συγκρούσεις η Ύδρα με τον στόλο της έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση , κατά την παρουσίαση του βιβλίου, του Αντιναυάρχου εα Κ. Μαζαράκη-Αινιάνος ΠΝ, Επίτιμου Αρχηγού Στόλου, Γενικού Διευθυντή Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη και Προέδρου ΔΣ / ΕΛ.Ι.Ν.ΙΣ
Η Ύδρα στον Αγώνα του Μεσολογγίου. Η Μάχη της Επιμελητείας
Συγγραφέας: Γεώργιος Ε. Κουκουδάκης
Εκδόσεις Σιδέρης
ISBN: 978-960-08-1015-8
Σελίδες: 234
Σχήμα: 14×21 cm
Τιμή: 18€
Το Μεσολόγγι και η Ύδρα σχετίζονται ήδη, μέσω του εμπορίου, από τα προεπαναστατικά χρόνια αλλά με την έκρηξη του Αγώνα η σύνδεση των δυο τόπων μετατρέπεται σε άρρηκτο δεσμό αίματος.
Με την έκρηξη της Επανάστασης, χρησιμοποιώντας έξυπνα την ισχύ των εξοπλισμένων εμπορικών και των πυρπολικών, οι Έλληνες αποκτούν το θαλάσσιο έλεγχο στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, εξασφαλίζοντας τη διακίνηση αγαθών, πολεμοφοδίων και στρατιωτικών δυνάμεων, ενώ παράλληλα εμποδίζουν τη χρήση των θαλασσίων οδών ανεφοδιασμού και μεταφοράς ενισχύσεων για τους Οθωμανούς.
Η συντήρηση όμως επαρκούς ναυτικής δυνάμεως για μόνιμο θαλάσσιο έλεγχο δεν ήταν στόχος εφικτός, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τη σταδιακή εξάντληση των πόρων των ναυτότοπων καθώς ο σωρευμένος πλούτος εξαντλούνταν. Ο δεύτερος και πιο σοβαρός έχει να κάνει με τη διχόνοια που εμφανίστηκε λόγω των καταβολών του έντονου τοπικισμού που κατά την Οθωμανική περίοδο λειτουργούσε θετικά για την επιβίωση των μικρών κοινοτήτων. Κατά την επανάσταση όμως ο Αγώνας για την απελευθέρωση ήταν αποτελεσματικός μόνον όσο οι επαναστάτες λειτουργούσαν με ενότητα και κοινή στρατηγική. Η επικράτηση λοιπόν τοπικιστικού πνεύματος έβλαψε το κοινό όραμα για ελευθερία σε σημείο που λίγο έλλειψε να το θάψει για μια ακόμη φορά.
Ακολουθώντας αυτή τη γραμμή σκέψης, η περίπτωση του Μεσολογγίου αποτελεί ένα εμβληματικό περιστατικό του Αγώνα: Η μακρόχρονη πολιορκία του, η επιβίωσή του για τόσο μεγάλο διάστημα αλλά και η τελική πτώση του οφείλονται στον ανεφοδιασμό του από τη θάλασσα, αρχικά με ευκολία, αργότερα πιο δύσκολα και αποσπασματικά, μέχρι το τελικό σφράγισμα κάθε διόδου μεταφοράς εφοδίων, πυρομαχικών και τροφίμων προς τους ελεύθερους πολιορκημένους, οδηγώντας τους τελικά στην ηρωική Έξοδο.
Οι λειτουργίες που μόλις ανέφερα, μαζί με κάποιες ακόμα, όπως η δυνατότητα παροχής υγειονομικής περίθαλψης, είναι αυτές που ορίζονται με σημερινούς όρους ως «Διοικητική Μέριμνα» ή, όπως προτιμά ο συγγραφέας, ως «Επιμελητεία».1Τι διαφορά έχει ο ανεφοδιασμός με την επιμελητεία Ανεφοδιασμός γίνεται με όποιο πρόσφορο τρόπο, εξάντληση ντόπιων αποθεμάτων, λειτουργία εμπορίου για υποστήριξη των μαχόμενων μονάδων.
Επιμελητεία είναι κεντρική σχεδίαση και έλεγχος της ροής προς τα σημεία που χρειάζεται, με οργανωμένο τρόπο.
Στους Ναπολεόντιους πολέμους μιλάμε για εμπόριο και διασπάσεις αποκλεισμών.
Στο Μεσολόγγι μιλάμε για πρώτη φορά για επιμελητεία.
Η επιλογή του Γιώργου Κουκουδάκη να εστιάσει σε αυτή την πλευρά των πολεμικών επιχειρήσεων για να προσεγγίσει τον Αγώνα του Μεσολογγίου είναι ιδιαίτερα εύστοχη: Το Μεσολόγγι δε θα έπεφτε, αν οι Έλληνες είχαν διατηρήσει τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας ανοικτές. Και από όλους τους ναυτότοπους, η Ύδρα είχε τον ηγετικό ρόλο.
Πράγματι, η Ύδρα, όπως αναλύει ο συγγραφέας στο τρίτο κεφάλαιο, ως μητρική βάση του στόλου της, αποτελούσε ένα μεγάλο κέντρο επιμελητείας που εξυπηρετούσε όχι μόνο τις επιχειρησιακές ανάγκες του δικού της στόλου, αλλά ευρύτερα των ναυτικών και κατά περίπτωση ακόμα και χερσαίων δυνάμεων των επαναστατών. Διέθετε μεγάλης κλίμακας υποδομές, έμπειρο έμψυχο δυναμικό, διατηρούσε ενεργές τις γραμμές ανεφοδιασμού της από τα εξωτερικό και μέσω των διεθνών επαφών της επηρέαζε τη διεθνή κοινή γνώμη θετικά υπέρ του Αγώνα. Ο συγγραφέας μάλιστα αποδεικνύει ότι η βούληση των Υδραίων να συνδράμουν ειδικά το Μεσολόγγι, ακόμα και στα τελικά στάδια της πολιορκίας, και ενώ τα ταμεία του νησιού ήταν πλέον άδεια, με αναφορά στους εράνους που πραγματοποιούνται για αποστολή στην πολιορκημένη πόλη εφοδίων, την ίδια ώρα που δεν υπάρχουν επαρκείς πόροι για αρμάτωμα και αποστολή στις επιχειρήσεις δικών της πλοίων.
Η επιμονή αυτή της Ύδρας να στηρίζει το Μεσολόγγι, ανεξάρτητα από τις έριδες που έφθασαν μέχρι άτυπο εμφύλιο μεταξύ των επαναστατών, δείχνει τη σημασία που απέδιδαν οι Υδραίοι πρόκριτοι στην επιβίωση της επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα.
Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα του Μεσολογγίου: Χτισμένο στη Νοτιοδυτική άκρη της Στερεάς Ελλάδας, ελέγχει από τα βόρεια την είσοδο του Κορινθιακού κόλπου. Η στρατηγική της σημασία είναι πολύ μεγάλη, ειδικά καθώς η Πάτρα δεν έχει καταστεί δυνατό να περάσει ολοκληρωτικά στα χέρια των Ελλήνων. Αντίθετα όμως με την Ύδρα, το Μεσολόγγι ξεκινά την επανάσταση χωρίς συσσωρευμένους πόρους για τον Αγώνα. Η γεωγραφική του θέση, εντός της περιοχής που ήλεγχε ο Αλή Πασάς το καθιστούσε ευάλωτο από ξηράς. Οι Μεσολογγίτες αξιοποίησαν τη λιμνοθάλασσα για να αμυνθούν από τη στεριά, ενώ η θάλασσα αποτελούσε τον ομφάλιο λώρο για την επιβίωσή τους σε βάθος χρόνου. Αυτό τον ομφάλιο λώρο προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανό οι ναυτικές δυνάμεις των επαναστατών με επικεφαλής το Σαχτούρη και το Μιαούλη. Επρόκειτο για ένα αγώνα αντοχής, με φθίνουσες τις επιχειρησιακές δυνατότητες των Ελλήνων, αυξανόμενες εκείνες των Οθωμανών, ιδίως από τη στιγμή της απόβασης στην Πελοπόννησο του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου, σε ένα ευρωπαϊκό διπλωματικό περιβάλλον που μεταστρεφόταν αργά υπέρ της ιδέας μιας αυτόνομης Ελλάδας για ειρήνευση στους εμπορικούς δρόμους στην Ανατολική Μεσόγειο. Στον αγώνα αυτό, ο ρόλος της επιμελητείας αναδεικνύεται σπουδαιότατος.
Στο πέμπτο κεφάλαιο εξειδικεύεται ο αγώνας για τη διατήρηση ανοικτής της θαλάσσιας αρτηρίας ανεφοδιασμού και επιμελητείας και καταδεικνύεται ότι η πρώτη πολιορκία, που άρχισε τον Οκτώβριο του 1822, λύθηκε μετά τα Χριστούγεννα του 1822 επειδή οι Οθωμανοί απέτυχαν να στραγγαλίσουν τη ροή εφοδίων, προμηθειών και ενισχύσεων από τη θάλασσα. Ατράνταχτη απόδειξη αποτελούν τα λόγια του Μαυροκορδάτου από επιστολή του προς τους προκρίτους της Ύδρας στις 2 Ιανουαρίου 1823: «Πολύ μέρος αυτής της νίκης χρεωστεί η πατρίς προς την ευγένειάν σας δια την έγκαιρον αποστολήν των πλοίων σας, τα οποία έσωσαν όχι μόνο το Μεσολόγγι, αλλά την Ελλάδα».
Παρά τη θετική κατάληξη της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, ήδη διαφαίνεται η δυσκολία αρχικά και αδυναμία στη συνέχεια, για διατήρηση ανοικτών των θαλάσσιων διαδρομών εφοδιασμού και επιμελητείας, καθώς από τη μια μεριά η διατήρηση του ελληνικού στόλου ενεργού και σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα σε μόνιμη βάση αποδεικνύεται ανέφικτη, λόγω έλλειψης πόρων. Από την άλλη, η εμφάνιση του στόλου του Ιμπραήμ στις ελληνικές θάλασσες και η αποβίβαση του στρατού του στην Πελοπόννησο αλλάζουν την ισορροπία ισχύος στη θάλασσα και στη στεριά. Έτσι, κατά τις επιχειρήσεις των Οθωμανών κατά του Αιτωλικού και την απειλή εναντίον του ίδιου του Μεσολογγίου, στη διάρκεια του χειμώνα του 1823 – 1824, η συνεχής ενίσχυση της πόλης από ξηρά και θάλασσα, σε συνδυασμό με τις κακουχίες του χειμώνα και τις ασθένειες στο τουρκικό στρατόπεδο, ανάγκασαν τον εχθρό να αποσυρθεί. Να σημειώσουμε εδώ πως σε αυτή την περίοδο βρέθηκε στην πόλη και πέθανε το Μάιο του 1824 ο Λόρδος Βύρων, κάνοντας γνωστό το όνομά της στην Ευρώπη, προετοιμάζοντας το έδαφος για το συγκλονισμό της το 1826 από την έξοδο και την καταστροφή του Μεσολογγίου.
Στο έκτο κεφάλαιο ο συγγραφέας ιστορεί τα γεγονότα της δεύτερης πολιορκίας, από τον Απρίλιο του 1825 μέχρι την Έξοδο, στις 10 Απριλίου 1826. Αυτή ήταν η πιο σκληρή, μακροχρόνια και αποφασιστική πολιορκία. Στις τουρκικές δυνάμεις προστέθηκε ο ισχυρός και εκπαιδευμένος από Ευρωπαίους αξιωματικούς αιγυπτιακός στρατός του Ιμπραήμ Πασά. Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» άντεξαν έναν ολόκληρο χρόνο, αντιμετωπίζοντας συνεχείς βομβαρδισμούς και ελλείψεις τροφίμων και ασθένειες. Παρά τις ηρωικές προσπάθειες του στόλου και του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη να σπάνε περιοδικά τον αποκλεισμό για να φέρνουν εφόδια, η κατάσταση έγινε τελικά απελπιστική. Όταν η πείνα και η εξάντληση έφτασαν στο απροχώρητο, οι υπερασπιστές πήραν την ιστορική και τραγική απόφαση να επιχειρήσουν την Ηρωική Έξοδο τα ξημέρωματα της Κυριακής των Βαΐων στις 10 Απριλίου 1826, θυσιάζοντας τη ζωή τους για να μη συμβιβαστούν με τον εχθρό.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί τα πιο πάνω μέσα από την οπτική της επιμελητείας με αναφορά στην αλληλογραφία της εποχής που σχετίζεται με την αυξανόμενη αδυναμία αποστολής επαρκών ναυτικών δυνάμεων για άρση ή έστω στιγμιαία διάσπαση του αποκλεισμού, αλλά και την αδυναμία συγκέντρωσης τροφίμων κυρίως, που να επαρκούν για σημαντική παράταση της άμυνας της πόλης. Η αναφορά του στις πηγές δίνει την εικόνα της απελπισίας που επικρατεί μεταξύ των πολιορκημένων και της αγωνίας των Υδραίων να καταφέρουν να βοηθήσουν ενώ αδυνατούν. Γράφει ο Μιαούλης προς τους προκρίτους της Ύδρας: « Η Σεβαστή Διοίκησις με διατάσσει να στείλω εις την Δυτικήν Ελλάδα ή όλην την 3ην μοίραν, ή μέρος αυτής, και με πληροφορεί την εκεί μεγάλην ανάγκην ναυτικής δυνάμεως. Επειδή όμως όλος ο στόλος μας κατά το παρόν στερείται το ψωμί, εστάλθησαν μόνον τρια πλοία μας, τα εφοδιασμένα με ολίγου καιρού τροφήν, ήτοι ο Καπετάν Γκέλης, Ο καπετάν Φώκας και ο Καπεταν Γεώργιος Νέγκας, διορισθείς ως αρχηγός αυτών, και να υπακούει εις τας οδηγίας της εν Μεσολογγίω επιτροπής».
Ο ίδιος ο Καπεταν Νέγκας στη συνέχεια, γράφει από το Μεσολόγγι: « Κύριοι! Γνωρίζοντες τα πράγματα δεν έχετε χρείαν να σας παρακινήσωμεν ημείς δια να μας στείλετε χωρίς αργοπορίαν τα χρήματα και ζωοτροφίας, επειδή εάν, αφού τελειώση ο μήνας, ευρεθούμεν χωρίς ταύτην την αναγκαιοτάτην προμήθειαν, φοβούμεθα μη δεν μπορέσουμε να βαστάξωμεν τους συντρόφους, και έτζι αναγκασθώμεν να φύγωμεν απ’ εδώ, όπου μεγάλη χρεία από θαλασσινήν βοήθεια, διότι εις αυτήν προ πάντων θεμελιώνονται όλαι αι ελπίδες του να σωθούν αι δυο πόλεις του Μεσολογγίου και Ανατολικού, και να διωχθή ο εχθρός από όλην την Στερεάν Ελλάδα».
Από τα αποσπάσματα επιστολών που παραθέτει ο συγγραφέας βγαίνει καθαρό το συμπέρασμα πως το Μεσολόγγι έφθασε σχεδόν στην εκπόρθησή του τον Ιούλιο του 1825. Σώθηκε κυριολεκτικά τελευταία στιγμή από υδραίικα, σπετσιώτικα και ψαριανά πλοία υπο τους Μιαούλη και Σαχτούρη που διέλυσαν προσωρινά το ναυτικό αποκλεισμό. Γράφει ο Μιαούλης: « Όλην την προλαβούσαν νύκτα (21/07/1825) και μέρος της ημέρας ηκούετο εκείθεν αδιάκοπος πυροβολισμός, και τόσον εφαίνετο στενοχωρημένον το φρούριον, μάλιστα από την έλλειψιν των αναγκαίων, ώστε εφοβούμεθα μη παραδοθή σήμερον αύριον αν δεν επροφθάναμεν». Αλλά και ο Σαχτούρης λέει προς τους προκρίτους της Ύδρας: «Καθόσον όμως ημπορέσαμεν να συμπεράνομεν ακόμη δυο ή τρεις ημέρας αργούσαν να εμφανισθούν τα ελληνικά πλοία, το Μεσολόγγι ήθελεν είσθαι ήδη εις χείρας των εχθρών, διότι και έλλειψιν τροφών και πολεμοφοδίων είχε, και πολλοί των εν αυτώ οπλαρχηγών εζητούσαν να έμβουν εις συνθήκας με τον εχθρόν».
Οι συμβουλές του Μιαούλη τότε για άμεσο ανεφοδιασμό του Μεσολογγίου με εφόδια για την αντιμετώπιση επανάληψης μακροχρόνιου νέου αποκλεισμού αλλά και για μεταφορά των γυναικοπαίδων εκτός της πόλης προς τον Κάλαμο που ήταν ασφαλής, δεν εισακούσθηκαν. Αποτέλεσμα, τα εφόδια της πόλης όταν επαναλήφθηκε ο αποκλεισμός από τους Οθωμανούς, δεν επαρκούσαν για πολύ καιρό.
Οι απέλπιδες εκκλήσεις για ανεφοδιασμό των πολιορκημένων και οι αγωνιώδεις συνεννοήσεις των ναυάρχων με τους προκρίτους και την Κεντρική Διοίκηση που παραθέτει ο συγγραφέας δίνουν την εικόνα της φθίνουσας πορείας των γεγονότων, που κατέληξε στην Έξοδο του Μεσολογγίου. Πορεία που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί, αν η σχέση ισχύος στη Θάλασσα στο Ιόνιο και τον Πατραϊκό ήταν διαφορετική. Τέτοιο όμως ενδεχόμενο δεν ήταν εφικτό, καθώς οι δυνατότητες επιμελητείας των δυο πλευρών ήσαν εντελώς ασύμμετρες. Των μεν Ελλήνων είχαν πρακτικά μηδενιστεί, των δε Αιγυπτίων οι πόροι φάνταζαν ανεξάντλητοι. Ο συγγραφέας κλείνει τη μελέτη του, με μια σύνοψη των συμπερασμάτων όπως προκύπτουν από την ανάλυση που προηγήθηκε. Κύρια σημεία αποτελούν οι επισημάνσεις του για το ρόλο της επιμελητείας στον Αγώνα περί το Μεσολόγγι και την επίδρασή της στην εξέλιξη των επιχειρήσεων που κατέληξαν μεν στην Έξοδο και την καταστροφή, έδωσαν όμως καιρό να ωριμάσει η ευρωπαϊκή διπλωματία, προς όφελος του στρατηγικού σκοπού της εξέγερσης των υπόδουλων Ελλήνων.
Σήμερα, 200 χρόνια μετά την ηρωική έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων, μέσα από τη μελέτη του Γιώργου Κουκουδάκη αναδεικνύεται ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αξίας της επιμελητείας ως προϋπόθεση νίκης σε κάθε πόλεμο διαρκείας. Πρόκειται για τα γεγονότα της πολιορκίας και της Ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου.


























































