Κείμενο Αλεξάνδρα Βλάχου
Το διήγημα είναι μυθοπλασία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα της Κατοχής στους Παξούς: τις επικίνδυνες νυχτερινές θαλάσσιες διαδρομές προς την Ήπειρο για την ανταλλαγή λαδιού με δημητριακά, τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς (21 Φεβρουαρίου 1944) και τις νάρκες, καθώς και την απόκρυψη και φυγάδευση εγκλωβισμένων Ιταλών μετά τον Σεπτέμβριο του 1943
Μέρες Κατοχής στους Παξούς
Ένας σταυρός για τη μάνα ο Σπύρος, η γυναίκα του η Λένη, η νόνα* Μαριέτα και τα δυο τους παιδιά, ο Αντώνης και η Αθηνά, προσπαθούσαν να ζήσουν όπως τόσες οικογένειες του νησιού. Η νόνα σηκωνόταν πρώτη. Άναβε τη στια*, ζέσταινε λίγο νερό και φύλαγε τη στάχτη για να φτιάξει αλισίβα* για τη μπουγάδα. Η Λένη έκοβε λίγη μπομπότα* και έψηνε κριθάρι αντί για καφέ —αν υπήρχε— αφού ο καφές ήταν δυσεύρετος. Ελιές κι, αν βρίσκονταν, ένα αυγό και λίγο γάλα. Τη γίδα τους την είχαν αρπάξει οι Ιταλοί. Τα παιδιά ήξεραν πως αρρώστησε. Είχε αφήσει όμως πίσω της ένα μικρό κατσικάκι, που το είχαν κρυμμένο και το πρόσεχαν σαν θησαυρό. Και τα ρούχα τους; Το ένα μπάλωμα διαδεχόταν το άλλο. Η Αθηνά μάζευε τα ρέλια* από τα μπαλώματα και έραβε μικρά φορεματάκια για την κούκλα της. Κι η κούκλα από ρέλια ήταν, όπως οι ζωές τους πια. Η Λένη έπλενε στο μαστέλο*, με σαπούνι που είχε καμωμένο μόνη της και αλισίβα, προσέχοντας το πολύτιμο νερό της στέρνας* να μη χαθεί ούτε σταγόνα.
Αξημέρωτα, μαζί με τον Σπύρο, φόρτωναν τον Σταμούλη, το αδύνατο από τις κακουχίες γαϊδούρι τους, και τραβούσαν για τις ελιές. Στο λιομάζωμα δεν σταματούσαν εύκολα ούτε για να φάνε. Μια φέτα ψωμί ή μπομπότα, μια δαγκωνιά στα γρήγορα και την άφηναν παραπέρα. Συνέχιζαν το μάζεμα κι όταν ξαναπερνούσαν από το ίδιο σημείο, άλλη μια δαγκωνιά. Ο χρόνος μετρούσε κι ο καρπός έπρεπε να μαζευτεί. Το λάδι ήταν ο θησαυρός του σπιτιού. Με αυτό μαγείρευαν, το αντάλλασσαν με όσα δεν υπήρχαν στο νησί, έφτιαχναν σαπούνι. Στο βαρέλι του, έπεσε και ο Λούλης, το σκυλάκι τους. Είχαν κρύψει, πάνω πάνω, λίγο τυρί — βάλσαμο για την αρρώστια. Λιχούδης καθώς ήταν και πεινασμένος, πνιγμένο τον βρήκαν.
Είχαν και αμπέλι στους Αντίπαξους. Όποτε μπορούσαν, περνούσαν απέναντι με τη βάρκα. Κρυφά και με φόβο. Η θάλασσα δεν ήταν πια αθώα· υπήρχαν νάρκες. Και τα αμπέλια ήθελαν φροντίδα: σκάλισμα, θειάφι, γαλαζόπετρα*. Μα στην Κατοχή πού να βρεθούν; Κι όσο για τα σταφύλια και το κρασί, τις πιότερες φορές οι κατακτητές, που τα είχαν επιτάξει, τα χαίρονταν. Στο σπίτι έκρυβαν ό,τι μπορούσαν: τις κότες, τα αυγά, το κατσικάκι, το λάδι. Μια κότα τότε δεν ήταν μικρό πράγμα. Ήταν αυγά για τα παιδιά, φαγητό, ακόμη και πληρωμή. Όταν κάποτε αρρώστησε βαριά το παιδί του γείτονα και η Μάσιγγα*, η γιατρός του νησιού, είπε πως έπρεπε να πάει στην Κέρκυρα για να γιατροπορευτεί, χρήματα δεν υπήρχαν. Τρία κοτόπουλα κι ένα καντόνι* λάδι έγιναν πεσκέσι* στον μεγαλογιατρό. Στο καθημερινό τραπέζι υπήρχαν ελιές, χόρτα, όσα έβρισκαν —πετρώδες το νησί— όσπρια, αν είχαν ανταλλάξει λάδι, και, όταν το επέτρεπε η θάλασσα, κανένα ψάρι. Μα και η θάλασσα είχε γίνει φόβος. Τα νερά που γνώριζαν από παιδιά μπορούσαν τώρα να κρύβουν θάνατο. Κίνδυνος και από ψηλά. Μόλις ακουγόταν ο βόμβος αεροπλάνου, όλοι σήκωναν το κεφάλι και έτρεχαν να κρυφτούν. Μια μέρα, αεροπλάνα πέρασαν πάνω από τον Γάιο. Ακολούθησαν εκρήξεις.
Βόμβες έπεσαν στο λιμάνι κι ένα παξινό ιστιοφόρο χτυπήθηκε και βυθίστηκε απέναντι από το παλιό ενετικό φρούριο του Αγίου Νικολάου*. Το βράδυ άναβαν χαμηλά τη λάμπα πετρελαίου. Όταν όμως λιγόστευε το αλεύρι, ο Σπύρος περίμενε να σκοτεινιάσει. Κατέβαινε με συγχωριανούς σε απόμερες παραλίες και φόρτωναν στη βάρκα παξινό λάδι. Με τα κουπιά τραβούσαν προς τις απέναντι ακτές της Ηπείρου. Εκεί το αντάλλασσαν με σιτάρι, καλαμπόκι ή κριθάρι και ύστερα έπαιρναν πάλι τον δρόμο της επιστροφής, μέσα στη νύχτα. Κατόπιν τα άλεθαν κρυφά στον μύλο. Η μυλόπετρα γύριζε σιγά, κι ο ήχος της σταματούσε μόλις αφουγκράζονταν το παραμικρό. Η Λένη έμενε ξάγρυπνη, περιμένοντας να ακούσει τα βήματά του στην αφοδιά*.
Εκείνο το βράδυ, όμως, ήταν αλλιώς.
Ο Σπύρος έφερε στάρι. Και μαζί του έφερε τον Λουίτζι. Οι Γερμανοί είχαν πια έρθει στους Παξούς. Οι Ιταλοί που είχαν μείνει στο νησί προσπαθούσαν να σωθούν. Κι όποιος τους βοηθούσε κινδύνευε μαζί τους. Ο Λουίτζι ήταν άρρωστος και εξαντλημένος. — Δεν μπορώ να τον αφήσω έξω, Λένη. Η νόνα κοίταξε τον Ιταλό.
— «Άρρωστος άνθρωπος είναι, Σπύρο μου. Κρύψτε τον.»
— Α, ρε μάνα… Η Λένη, έντρομη, τον έκρυψε στη μικρή αποθηκούλα, πίσω από άδεια σακιά και ξύλα. Τις ημέρες εκείνες είχε γεννήσει η γαϊδούρα της Μαυρέτας στη Φουντάνα*, κι έτσι η νόνα γύρευε λίγο γαϊδουρινό γάλα* για τον Λουίτζι. Το έφερνε ο Αντώνης —κι ας λιμοκτονούσε— σχεδόν μια ώρα δρόμο με τα πόδια. Έφτανε σχεδόν παγωμένο, μα ήταν από τα λίγα πράγματα που μπορούσε να πιει και να στυλωθεί. Μέρα με τη μέρα ο Ιταλός άρχισε να δυναμώνει. Ο Αντώνης τού έφερνε νερό και γάλα. Η Αθηνά τού έφερνε μπομπότα κρυμμένη στην ποδιά της. Η Λένη αφουγκραζόταν κάθε βήμα έξω από την πόρτα. Γιατί τώρα οι Γερμανοί έψαχναν: σπίτια, αποθήκες, καντούνια*.
Όταν ο Λουίτζι μπόρεσε επιτέλους να σταθεί καλά στα πόδια του, ο Σπύρος αποφάσισε να τον φυγαδεύσει. Ένα βράδυ κατέβηκαν αθόρυβα στη θάλασσα. Μπήκαν στη μικρή βάρκα και χάθηκαν στο σκοτάδι. Πριν χωρίσουν, ο Λουίτζι έσφιξε δυνατά το χέρι του Σπύρου. Ύστερα έβγαλε από τον λαιμό του έναν μικρό σταυρό. Τον κράτησε για λίγο μέσα στην παλάμη του και τον έδωσε στον Σπύρο.
— Per la mamma, είπε. Δεν χρειάστηκαν άλλα λόγια.
Η Ελλάδα γιορτάζει την 28η Οκτωβρίου την αρχή και όχι το τέλος του πολέμου. Όχι γιατί ο πόλεμος είναι γιορτή, αλλά γιατί εκείνη η μέρα έμεινε στη μνήμη ως η περήφανη άρνηση στο ιταλικό τελεσίγραφο — το ιστορικό «Όχι» ενός λαού που επέλεξε τη γενναιότητα από την υποταγή.
Εκείνο το βράδυ, όμως, στους Παξούς… η πόρτα έκλεισε. Τα παιδιά ήταν μέσα. Ο Σπύρος είχε γυρίσει. Η Λένη χαμήλωσε τη λάμπα πετρελαίου. Και η νόνα Μαριέτα πήρε τον μικρό σταυρό του Λουίτζι και τον ακούμπησε με ευλάβεια δίπλα στο καντηλάκι. Έκανε τον σταυρό της.
— Ο Θεός να τον πάει στη μάνα του.
Γλωσσάρι & Ιστορικό Σημείωμα Ιδιωματισμοί & Όροι:
Νόνα: Η γιαγιά (nonna).
Στια: Τζάκι/εστία.
Αλισίβα: Σταχτόνερο για μπουγάδα.
Μπομπότα: Καλαμποκόψωμο.
Ρέλια: Υφασμάτινα ρετάλια.
Μαστέλο: Σκάφη πλυσίματος.
Στέρνα: Δεξαμενή νερού.
Γαλαζόπετρα: Θειικός χαλκός.
Μάσιγγα: Η γιατρός των Παξών.
Καντόνι: Παραδοσιακή μονάδα μέτρησης όγκου/βάρους υγρών (ειδικά για το λάδι στα Επτάνησα).
Πεσκέσι: Δώρο/πληρωμή σε είδος.
Φρούριο Αγίου Νικολάου: Ενετικό κάστρο (1425) στο λιμάνι του Γάιου.
Φουντάνα: Παραδοσιακός οικισμός των Παξών, κοντά στον Γάιο.
Αφοδιά: Αυλή.
Γαϊδουρινό γάλα: Θρεπτικό για εξασθενημένους.
Καντούνια: Στενά σοκάκια.
Per la mamma: Για τη μάνα.
Ενδεικτικές πηγές: Διονύσιος Δ. Ζερμπάς, Σημειώσεις από την κατοχήν των Παξών, Αθήνα, 1973. Γ.Α.Κ. / Συλλογή εγγράφων Παξών (Κ115β), 1942–1946 (GRGSA-CA-COL027.145). Αρχειακό, ιστορικό και λαογραφικό υλικό Παξών.


























































