Γράφει ο Σπύρος Θεοδωράκης
Μία άγνωστη αλλά σημαντική πτυχή της ιστορίας της Πάρου, αφορά στον ρόλο που διαδραμάτισε το νησί, την εποχή των Ορλωφικών. Από το 1770 έως το 1774, ο κόλπος της Νάουσας λειτούργησε ως ναυτική βάση των Ρώσων. Εκατοντάδες ρωσικά πλοία ελλιμενίστηκαν στον όρμο του Άη Γιάννη του Δέτη, (απέναντι από την σημερινή κοσμοπολίτικη Νάουσα), ενώ και στον μικρό τότε οικισμό, εγκαταστάθηκαν περισσότεροι από 10.000 Ρώσσοι (πληρώματα, στρατός και αξιωματικοί).
Το ιστορικό πλαίσιο
Τα Ορλωφικά είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην Ιστορία της προεπαναστατικής Ελλάδας. Πρόκειται για την εξέγερση των Ελλήνων της Πελοποννήσου και της Κρήτης κατά την εποχή του Ρωσο-οθωμανικού πόλεμου (1768-74) και οι συντονισμένες επιχειρήσεις των Ρώσων στη νότια Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου και στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας.
Το σχέδιο για την επέμβαση των Ρώσων στην Ελλάδα υπέβαλαν στη φιλόδοξη αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’ (1762-96), οι ευνοούμενοι και συνεργάτες της, αδελφοί Γκριγκόρι, Αλεξέι και Φιόντορ Ορλώφ, από τους οποίους ονομάστηκε το κίνημα. Την αρχηγία ανέλαβε ο Αλεξέι Γκριγκόριεβιτς Ορλώφ, με συνεργάτη τον μικρότερο αδελφό του Φιόντορ.
Τα ρωσικά πλοία στο Αρχιπέλαγος
Με την έναρξη του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768), ο ρωσικός στόλος σε μία πρωτόγνωρη σε σχεδιασμό και μέγεθος ναυτική επιχείρηση, την οποία συνέδραμε σιωπηρά η Μ. Βρετανία, βάζει πλώρη για να επιτεθεί στο μαλακό υπογάστριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή το ελληνικό Αρχιπέλαγος και την Ανατολική Μεσόγειο. Στρατηγικός της στόχος είναι να αλλάξει το καθεστώς στη Μαύρη Θάλασσα, τη mare nostrum των Οθωμανών, και να επιτύχει την ελεύθερη πρόσβαση στα Στενά του Βοσπόρου.
Ο σχεδιασμός για τη αποστολή στο Αρχιπέλαγος άρχισε με μεγάλη μυστικότητα τον χειμώνα του 1768, οπότε και αποφασίστηκε οι μοίρες του στόλου, να σταλούν διαδοχικά, γιατί έτσι δεν θα γεννούσαν υποψίες στις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Το στόλο αποτελούσαν 24 πολεμικά πλοία, 6 φρεγάτες, ένα βομβαρδιστικό, 27 βοηθητικά σκάφη, και 12.000 άνδρες (κατ΄ άλλους 17.000).
Η πρώτη και η δεύτερη μοίρα απέπλευσαν από την Κρονστάνδη της Βαλτικής τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 1769, με ενδιάμεσους σταθμούς τις αγγλικές βάσεις του Πόρτσμουθ, του Γιβραλτάρ και του Πορτ Μαόν της Μινόρκα και φτάνουν στο Οίτυλο της Μάνης με αρχικό σκοπό να στηρίξουν τις εξεγέρσεις Ελλήνων και Σλάβων στην Πελοπόννησο. Η τρίτη μοίρα έπλευσε από το Ρέβελ (ιστορική ονομασία του Ταλίν / Εσθονία) τον Ιούνιο του 1770, με σημαντικές δυνάμεις απόβασης, με την εντολή να διερευνήσει τις τάσεις ανεξαρτησίας των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θα ακολουθήσουν δύο ακόμη αποστολές.
Η εξέγερση γενικεύτηκε σε πολλές επαρχίες της Πελοποννήσου, στην Ήπειρο με τους Χιμαριώτες, στο Μεσολόγγι με τον Αναστάσιο Παλαμά, στην Κρήτη με τον Δασκαλογιάννη. Ωστόσο οι οθωμανοί των Χανίων πληροφορούν τον σουλτάνο ότι: «Μεσοῦντος τοῦ μηνὸς Σιεβὰλ (τέλος Ιανουαρίου 1770) ἔξ ἀλλεπαλλήλων πηγῶν γραπταὶ πληροφορίαι, ἀναφέρουσι ὅτι δεκάδες ρωσικὰ πλοῖα εἰσέβαλαν στὴν Μεσόγειον ἀπὸ τὸ Γιβραλτάρ».
Οι επιχειρήσεις γρήγορα εξελίχθηκαν σε άγριες λεηλασίες και σφαγές αμάχων και η τελική, κρίσιμη αναμέτρηση των χριστιανών με τους Τούρκους έληξε με την καταστροφή των ελληνικών και ρωσικών στρατευμάτων στην πολιορκία της Τριπολιτσάς (29 Μαρτίου 1770).
Ο Αλεξέι Ορλώφ και οι συνεργάτες του δεν μπορούσαν πλέον να γυρίσουν στη Ρωσία χωρίς κάποια εντυπωσιακή νίκη. Άρχισαν λοιπόν τη συστηματική καταδίωξη του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, η οποία κατέληξε στη μεγάλη, νικηφόρα για τους Ρώσους, ναυμαχία του Τσεσμέ (4 Ιουλίου 1770) μεταξύ Χίου και μικρασιατικών παράλιων, η οποία αποτέλεσε μία από τις σοβαρότερες ναυτικές καταστροφές για τους οθωμανούς.
Όμως, ο ρωσικός στόλος ήταν νικητής μεν, αλλά παρέμενε αποκλεισμένος και άπραγος στο Αρχιπέλαγος καθόσον, αδυνατούσε να περάσει τα Δαρδανέλλια γιατί στο μεταξύ, ο François Baron de Tott και οι γάλλοι σύμμαχοι των οθωμανών, είχαν οργανώσει την άμυνα και είχαν κατασκευάσει ισχυρά οχυρωματικά έργα. Έπρεπε κάπου να βρεθεί ένα αραξοβόλι.
Ο ρωσικός ναύσταθμος στη Πάρο
Η δημιουργία ναυστάθμου στην Νάουσα της Πάρου αποφασίστηκε μετά την ναυμαχία στο Τσεσμέ. Η άφιξη του ρωσικού στόλου, που περιλάμβανε και πλοία που είχαν αγοραστεί ή αιχμαλωτιστεί ως λεία, καθώς και έναν κυμαινόμενο αριθμό ελληνικών σκαφών με ντόπιους καπετάνιους, άρχισε στις 15 Οκτωβρίου του 1770 και ολοκληρώθηκε μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου. Τον ίδιο μήνα έφτασε και το “Σύνταγμα του Schlisselburg” με τη μοίρα του υποναυάρχου Harf, και στρατοπέδευσε σε απόσταση ενός μιλίου από τον μικρό οικισμό.
Η θέση της Πάρου στο κέντρο του Αιγαίου επέτρεπε την εποπτεία του Αρχιπελάγους ενώ, επιλογή της Νάουσας για την εγκατάσταση του ρωσικού ναυστάθμου ήταν ιδιαίτερα επιτυχής γιατί ο κλειστός όρμος προστατευόταν από τους βοριάδες, ήταν αρκετά μεγάλος και βαθύς και εξασφαλιζόταν ο έλεγχος της εισόδου ανάμεσα στα δύο ακρωτήρια.
Για να μετατραπεί όμως ο κόλπος της Νάουσας σε μια οχυρωμένη ναυτική βάση απαιτούνται μεγάλα κατασκευαστικά έργα, επισκευαστική μονάδα πλοίων, κτίρια διοίκησης και η εξασφάλιση πρώτων υλών, όπως ήταν η ξυλεία την οποία έφερναν από τη Θάσο. Από τα ημερολόγια των αξιωματικών προκύπτουν οι σοβαρές καθημερινές ανάγκες σε υλικά και εργατικό δυναμικό που προέρχονταν κυρίως από τα πληρώματα των πλοίων. Σε σύντομο χρονικό διάστημα χτίστηκαν πέτρινες κατοικίες για τους αξιωματικούς και υπόστεγα για τα μέλη των πληρωμάτων, ενώ όπως ήταν φυσικό μεγάλος αριθμός τους συνέχιζε να διαβιεί στα πλοία χειμώνα-καλοκαίρι.
Την ίδια περίοδο εγκαταστάθηκαν και οι υπηρεσίες του Ναυαρχείου, μεταξύ των οποίων ένα ναυπηγείο όπου απασχολούνταν εντυπωσιακός αριθμός εργατών και καραβομαραγκών και μια πλωτή δεξαμενή για τον καθαρισμό και την επισκευή των πλοίων. Υπήρχε επίσης κτίριο φυλακών για τους αιχμαλώτους και τους παραβάτες.
Την αυτάρκεια της ναυτικής βάσης εξασφάλιζαν και άλλα κτιριακά συγκροτήματα, όπως οι εγκαταστάσεις κατασκευής ιστίων, και οι αποθήκες για τις λείες πολέμου, καθώς και αποθήκη πυρομαχικών. Στο υψηλότερο σημείο της χερσονήσου του Αϊ-Γιάννη κατασκευάστηκε ένας πύργος σινιάλων που επέτρεπε την επικοινωνία με τη Μύκονο σε περίπτωση εμφάνισης εχθρικού στόλου.
Στρατόπεδα και οχυρώσεις.
Τα ημερολόγια των Ρώσων αξιωματικών περιέχουν και λεπτομερείς αναφορές για την πορεία των οχυρώσεων, τον αριθμό των εργατών, τις καθυστερήσεις και τα υλικά, το πάχος των τοίχων, τις πολεμίστρες.
Εδώ ένα απόσπασμα: «Η Άγουσα (=Νάουσα) είναι οχυρωμένη μόνο από την πλευρά της θάλασσας, όπου βρίσκεται ένας πύργος από ασβεστόλιθο σε ύψος 42 πόδια από το νερό. Από τα λείψανα του τείχους φαίνεται ότι υπήρχε ένα μονοπάτι προς τον πύργο που προστατευόταν από πέτρινο τοίχο…. το οποίο έχει διαλυθεί τελείως. Αλλά και ο οικισμός είναι ανοιχτός από την πλευρά της ακτής, απ’ όπου δεν οχυρώθηκε ποτέ».
Στις 3 Ιανουαρίου «άρχισαν οι εργασίες για τις οχυρώσεις στο ακρωτήριο αριστερά της εισόδου στο λιμάνι και στο νησί που κλείνει την είσοδο. Σε κάθε θέση έπρεπε να στέλνονται καθημερινά 110 ναύτες».
Σήμερα, “διαβάζοντας” τα ερείπια εντοπίζονται, στην μικρή χερσόνησο που ελέγχει την είσοδο του κόλπου, πέτρινο πολυγωνικό κτήριο όπου είχαν τοποθετηθεί 60 κανόνια ενώ, μια άλλη πετρόκτιστη κατασκευή, με προσανατολισμό προς την έξοδο του λιμανιού, ήταν η βάση για 35 κανόνια.
Στην ανατολική πλευρά, στο τοπωνύμιο Λαγγέρη [από τη ρωσική λέξη lager= στρατόπεδο], υπάρχουν σημάδια από δυο κατοικίες πολύ μεγάλων διαστάσεων εντελώς ξένα με τα αρχιτεκτονικά δεδομένα της νήσου.
Πίσω από τον Αι Γιάννη στη θέση Καθολικό, εκτός από την βυθισμένο μόλο, υπάρχουν υπολείμματα ενός καρνάγιου, ενός χυτηρίου, του λοιμοκαθαρτηρίου και κτηρίων εντυπωσιακών διαστάσεων ενώ, σε μικρή απόσταση έχουν βρεθεί οστά, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εκεί του κοιμητηρίου των Ρώσων.
Στην μέση του κόλπου υπάρχουν πέντε νησίδες, στη μεγαλύτερη [σήμερα Αγία Καλή] εγκαταστάθηκε το διοικητήριο και σε μία άλλη [σήμερα Άγιος Αρτέμιος] η πυριτιδαποθήκη.
Παρά τις δυσκολίες υλοποίησης των έργων, οι οχυρώσεις και το συνολικό συγκρότημα του ρωσικού ναυστάθμου ήταν τόσο εντυπωσιακό, ώστε οι παρατηρητές της εποχής ονόμασαν τη Νάουσα, «δεύτερη Κρονστάνδη».
Πλοία και αραξοβόλια.
Οι ρωσικοί χάρτες του Αρχιπελάγους περιέχουν κυρίως υδρογραφικά στοιχεία ασφαλούς πλεύσης, βάθη, σκοπέλους, αλλά και σταθερά σημεία προσανατολισμού στη στεριά, ενώ αποτυπώνουν οχυρωματικά έργα και στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Πληροφορίες πλεύσης καθώς και τις ρωσικές εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου καταγράφει και ο βυθομετρικός χάρτης του κόλπου της Νάουσας, που περιέχεται στον Άτλαντα του Αρχιπελάγους. Τις μετρήσεις στο λιμάνι της Νάουσας είχε αναλάβει η ταχυδρομική φρεγάτα “Potschtalion” τον Δεκέμβριο του 1770. Οι πληροφορίες ασφαλούς πλεύσης των χαρτών συμπληρώνονται και με περιγραφές από τα ημερολόγια των αξιωματικών όπως, για τον κόλπο της Νάουσας: «Ο κόλπος είναι στενόμακρος, με μήκος 5 versta (=5,33 χλμ.) και πλάτος ένα versti και 300 sazhens (=1.699 μ.). Στον κόλπο υπάρχουν μικρές νησίδες σε πέντε σημεία, και κατά μήκος της ακτής ψηλοί βραχώδεις λόφοι. Κατά συνέπεια, ένεκα του επαρκούς μεγέθους του κόλπου και της καλής προστασίας από τους ανέμους, αυτός προσφέρεται για αγκυροβόλιο όχι μόνον μικρών σκαφών αλλά και πολεμικών πλοίων».
Επίσης οι χειρόγραφοι χάρτες, περιέχουν πληροφορίες και για τα ελλιμενισμένα πλοία, όπως στο ημερολόγιο του “Vsevolod”, πού όντας ελλιμενισμένο για επισκευή τον Σεπτέμβριο του 1773, καταγράφονται τα παρακάτω πλοία στον ναύσταθμο: Το πλοίο “Jannuari”, οι φρεγάτες “Pomoshnoy” και “Zapasnyi”, δύο βομβαρδιστικά, τέσσερα τρικάταρτα (μεταξύ αυτών του Βαλσαμάκη) και ένα αγγλικό πλοίο.
Ρωσικές εγκαταστάσεις στον οικισμό
Η εγκατάσταση του ρωσικού ναυστάθμου οδήγησε στην ανέγερση και οργάνωση ενός στρατιωτικού οικισμού και μέσα στον οικισμό της Νάουσας, με στόχο όχι μόνο την πλαισίωση της ναυτικής βάσης, αλλά και την εγκαθίδρυση της ρωσικής διοίκησης.
Η ανέγερση νοσοκομείου ερχόταν να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στις δύσκολες για τους Ρώσους κλιματικές και υγειονομικές συνθήκες του νησιού, που συχνά οδηγούσαν σε περισσότερες ανθρώπινες απώλειες από ό,τι οι ναυμαχίες. Εκτός από το Μεγάλο Ναυτικό Νοσοκομείο μέσα στον οικισμό, που αριθμούσε εξήντα άτομα προσωπικό, λειτουργούσε και κινητό νοσοκομείο πάνω σε ένα από τα πλοία ενώ, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη, ασθενείς στέλνονταν στην Πάτμο ή στο Λιβόρνο και στο Πορτ Μαόν.
Οι Ρώσοι ανέλαβαν και την κατασκευή δύο υδραγωγείων στη Νάουσα, εκμεταλλευόμενοι τη φυσική πηγή υδάτων κοντά στο λιμάνι. Οι σχετικές εκθέσεις υπογράμμιζαν την έλλειψη αποχετευτικού συστήματος, που είχε ως αποτέλεσμα τη μόλυνση των φυσικών υδάτων και τις κακές υγειονομικές συνθήκες στον οικισμό. Η εγκαθίδρυση μιας φρουράς από τριάντα στρατιώτες που μαζί με την επιβολή των μέτρων καθαριότητας και υγιεινής, επέβλεπαν συγχρόνως και την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας στη Νάουσα, είναι χαρακτηριστική του ρόλου των αστυνομικών και στρατιωτικών θεσμών στην οργάνωση ενός νεωτερικού “κράτους” στο μικρό νησί της Πάρου.
Ωστόσο υπάρχει το ερώτημα. Γιατί, παρά την πληθώρα σε αριθμό και μέγεθος των ρωσικών κατασκευών, σήμερα δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα;
Ίσως μια απάντηση δίνει η έκθεση που συνέταξε στις 28/3/1783 ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Νάξου και Πάρου, Ιωάννης Βαπτιστής Κρίσπι, στην οποία αναφέρεται ότι κατά την αποχώρηση των Ρώσων, ο αντιναύαρχος του στόλου Αλεξέι Βλαντιμίροβιτς Έλμανοφ έδωσε βεβαιωτική επιστολή στο καθολικό Βικάριο Πάρου Ιάκωβο Μπαρότσι, να κατεδαφίσει τα ρωσικά κυβερνητικά κτήρια που είχαν ανεγερθεί στο νησί και να κρατήσει τα υλικά ως αποζημίωση για τις καταστροφές που είχαν υποστεί οι τοπικές υποδομές από τα στρατεύματα, μεταξύ αυτών και η καθολική εκκλησιά του Αγ. Γεωργίου στην Νάουσα. Λέγεται ότι γέμισαν δυο αποθήκες με ξυλεία και σίδερα.
Εγκαταλείποντας το Αρχιπέλαγος
Στις 10/21 Ιουλίου 1774 η Οθωμανική αυτοκρατορία σύρθηκε στη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Εκτός από τα εδαφικά οφέλη και την προαγωγή της Ρωσίας σε προστάτιδα των χριστιανών, είχαμε την οριστική εγκατάστασή της στη Μαύρη Θάλασσα και το ελεύθερο πέρασμα από τα στενά του Βοσπόρου. Πλέον, ο Ρωσικός στόλος μπορούσε να φύγει από τις ελληνικές θάλασσες.
Δέκα μήνες μετά την υπογραφή της συνθήκης, οι Ρώσοι προετοιμάζουν την αναχώρησή τους από τη Νάουσα κρυφά, για να μην τους καταλάβουν οι ντόπιοι, μαζεύοντας πυρομαχικά και άνδρες, αλλά και αρχαιολογικούς θησαυρούς που είχαν συλλέξει.
Στο ημερολόγιο του πλοίου “Treh Sviatiteliy” (έτος κατασκ. 1677, με 66 κανόνια και 500 άντρες) πριν από την αναχώρηση του στόλου -Φεβρουάριος 1775- καταγράφονται οι πληροφορίες βύθισής του και η διανομή του πληρώματος σε άλλα πλοία στον ναύσταθμο αλλά και για ακόμη 28 πλοία διαφορετικών μεγεθών και προέλευσης (ρωσικά, ελληνικά, ραγουζέικα από λεία) που εγκαταλείφθηκαν, διαλύθηκαν ή βυθίστηκαν στον κόλπο της Νάουσας επειδή δεν ήταν αξιόπλοα
Στις 23 Μαΐου 1775 οι Παριανοί παρακολουθούν τους Ρώσους να φεύγουν με ανάμεικτα αισθήματα. Ανακούφισης γιατί απαλλάσσονταν από μια κυριαρχία και αγωνίας για τους όρους επανένταξής τους στην οθωμανική επικράτεια.
Ένα χρόνο μετά, ο Auguste de Choiseul-Gouffier καταγράφει τις ρωσικές εγκαταστάσεις του ναυστάθμου της Νάουσας και βρίσκει κατεστραμμένα τα ρωσικά υδραγωγεία, ενώ στα τέλη του 18ου αιώνα ο φιλέλληνας Γάλλος φυσιοδίφης C.S. Sonnini δεν συναντά παρά τα θλιβερά ερείπιά του.
Τα μεγαλεπήβολα σχέδια της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής για την δημιουργία της Ηγεμονίας του Αρχιπελάγους διαλύθηκαν, καταβάλλοντας βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές και σε αμύθητα ποσά. Μόνο το ένα τρίτο των ανδρών –4.516 συνολικά– επέστρεφαν πίσω στη Ρωσία, ενώ το όλο εγχείρημα είχε κοστίσει πάνω από 5 εκατομμύρια ρούβλια.
Για καιρό η Πάρος μετρούσε τις πληγές της, ανθρώπινες απώλειες, καταστροφές φυσικών πόρων, ερημώσεις του καλλιεργημένου και οικισμένου τοπίου. Στις αγοραπωλησίες των αρχών του 19ου αι. η Νάουσα εμφανίζεται γεμάτη ερειπωμένα ακίνητα, η καλλιέργεια της ελιάς να έχει μαραζώσει, ενώ το νησί λυμαίνονταν οι Αλβανοί στρατιώτες που ξέμειναν από το πέρασμα των Ρώσων. Όταν λίγο αργότερα η κοινότητα της Πάρου στέλνει ειδικό απεσταλμένο στην Πετρούπολη για να ζητήσει αποζημίωση για τις απώλειες που προκάλεσε η ρωσική εγκατάσταση, η αυτοκράτειρα δεν του δίνει παρά μόνο 400 ρούβλια για τα έξοδα του ταξιδιού του.
Επίλογος
Με την χορηγία του Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη, και με θέμα: «Η Πάρος μέσα από την ρωσική χαρτογραφία 1770-1775» εκπονήθηκε μία σημαντική ιστορική έρευνα στα αρχεία της Ελλάδος, της Ρωσίας και της Ευρώπης, με σκοπό το εξαιρετικό υλικό να εντοπιστεί και να παρουσιαστεί μουσειολογικά και με σύγχρονα μέσα, σε μία μόνιμη έκθεση.
Για την στέγαση της έκθεσης, δεν επιλέχθηκε κάποιο σύγχρονο κτίριο, αλλά το Μοναστήρι του Άϊ-Γιάννη Δέτη, το οποίο κτίστηκε τον 16ο αι. πάνω στα ερείπια του ρωσικού ναύσταθμου. Η εγγύτητά του με τα ερείπια των ρωσικών εγκαταστάσεων, αποτελούσαν σημαντικά πλεονεκτήματα για την επιλογή του.
























































