Φομαλ(χ)ώ
ο, ουσ.
(αστρον.) το λαμπρότερο άστρο στον αστερισμό των Νοτίων Ιχθύων.
Ετυμολογία
< Fomalhaut < αραβικής προέλευσης, από τη φράση Ar fum al-ḥawt, που σημαίνει «το στόμα του ψαριού».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Φομαλ(χ)ώ», σ. 892. https://navalhistory.gr/lexiko/φομαλχω/