υποσκίασμα
το, ουσ.
- αμυδρό φως, μισόφωτο
- ο ελάχιστα φωτισμένος χώρος γύρω από την σκιά, παρασκιά
- (αστρον.) το τμήμα του δίσκου της Σελήνης κατά τη φάση του φαινομένου της έκλειψης όταν παρεμβάλλεται η Γη.
Ετυμολογία
< υπο- + σκιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποσκίασμα», σ. 876. https://navalhistory.gr/lexiko/υποσκιασμα/