φωτομετρία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (φυσ.) κλάδος της οπτικής που ασχολείται με τη μέτρηση των φωτεινών μεγεθών, όπως λ.χ. της έντασης, της ροής, της λαμπρότητας κ.ά. (φρ.) «φωτομετρία ετερόχρωμη / παλμών / φλόγας / φωτογραφική»,
- (αστρον.) τεχνική μέτρησης της ροής ή της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ενός αστρονομικού αντικειμένου.
Ετυμολογία
< γαλλ. photométrie < photo- [= φωτο-] < φως + -métrie [= -μετρία] < μέτρο(ν).
Παράγωγα
φωτομετρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωτομετρία», σ. 905. https://navalhistory.gr/lexiko/φωτομετρια/