φομπ
το, άκλ. ουσ.
(οικον.) διεθνής εμπορικός όρος που σημαίνει ότι όλα τα έξοδα φόρτωσης και μεταφοράς του εμπορεύματος, σε πλοίο ή τραίνο, βαρύνουν τον πωλητή.
Ετυμολογία
(αρκτικόλεξο) < αγγλ. f.o.b., από τα αρχικά των λ. f(ree) o(n) b(oard) [= ελεύθερο επί του πλοίου ή ελεύθερο ναύλων και ασφαλίστρων].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φομπ», σσ. 892-893. https://navalhistory.gr/lexiko/φομπ/