φάση
η, ουσ.
- καθένα από τα στάδια εξέλιξης ενός φαινομένου
- (φυσ.) κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα υλικό, δηλ. σε στερεή, υγρή ή αέρια
- στιγμιαίο περιστατικό σε αθλητικό αγώνα, στιγμιότυπο
- (ηλεκτρολ.) καθένα από τα κυκλώματα σε ένα πολυφασικό ηλεκτρικό σύστημα
- (μηχανολ.) μέγεθος που δείχνει την κατάσταση ταλάντωσης ενός κύματος σε μια ορισμένη θέση
- (μαθημ.) το όρισμα των τριγωνομετρικών συναρτήσεων το οποίο μετριέται ή υπονοείται ότι μετριέται σε ακτίνια
- (αστρον.) καθεμιά από τις διαφορετικές όψεις της Σελήνης ή άλλων ουράνιων σωμάτων
- (φρ.) «αρχική / πανιδική / κρίσιμη / διαδοχική / τελική φάση», «φάση κύματος», «διάγραμμα φάσης», «διαφορά φάσεως».
Ετυμολογία
< μτγν. φά(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φάση», σσ. 886-887. https://navalhistory.gr/lexiko/φαση/