navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ω › ώρα

ώρα

η, ουσ.

ώρα, εικόνα από το έντυπο
  1. (αστρον.) μονάδα μέτρησης του χρόνου
  2. (συνεκδ.) α) η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιηθεί κάτι, καιρός, χρόνος, β) το ρολόι
  3. [ως κυρ. όν.] α) (εκκλ.) ονομασία ακολουθιών στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, β) (μυθολ.) οι *Ώρες, θεότητες των εποχών, προστάτιδες της ευημερίας
  4. (φρ.) «προς ώραν», προς στιγμήν, «πριν της ώρας», πρόωρα, «ώρα καλή», ευχή αποχαιρετισμού, «όλη την ώρα», συνεχώς, «τρώω την ώρα μου», σπαταλώ το χρόνο μου, «από ώρα σε ώρα», για κάτι που περιμένουμε να συμβεί, «πάνω στην ώρα», στην κατάλληλη στιγμή, «της ώρας», πολύ φρέσκος, «η κακιά η ώρα», η κακή στιγμή, «ώρα ζώνης / Γκρήνουιτς / πλήμμης / πλοίου / ρηχίας / χρονομέτρου», «ακριβής / αληθής / αστρική / αστρονομική / ηλιακή / κρατική / παγκόσμια / συμβατική / τοπική / κοινή / θερινή ώρα».

Ετυμολογία

< αρχ. ὥρα [= χρονική περίοδος, κατάλληλη στιγμή].

Μυθολογια

Ώρες, κόρες του Δία και της Θέμιδας, αδελφές των Μοιρών. Τα ονόματά τους Ειρήνη, Δίκη και Ευνομία, ενώ για τους Αθηναίους Καρπώ, Αυξώ και Θαλλώ. Οι Ώρες, με την παρουσία τους, καθόριζαν τον αιώνιο κύκλο της βλάστησης και της καρποφορίας, της τάξης και της δικαιοσύνης. Τις συναντούμε στις ακολουθίες της Αφροδίτης και του Διονύσου, ενώ διατηρούν φιλικές σχέσεις με την Περσεφόνη και τον Πάνα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ώρα», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωρα/