υποβορειοδυτικός
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(μετεωρ.) άνεμος που πνέει με κατεύθυνση μεταξύ βόρειου και βορειοδυτικού σημείου, συνών. ο σκιρωνοβορράς ή η μαϊστροτραμουντάνα.
Ετυμολογία
< υπο- + βορειο + δυτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποβορειοδυτικός», σ. 871. https://navalhistory.gr/lexiko/υποβορειοδυτικοσ/