υδρομετέωρο
το, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]
(μετεωρ.) φαινόμενο που προκαλείται από τη συμπύκνωση υδρατμών στην ατμόσφαιρα ή στην επιφάνεια του εδάφους.
Ετυμολογία
< υδρ(ο)- [ < αρχ. ὕδωρ] + μετέωρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρομετέωρο», σ. 864. https://navalhistory.gr/lexiko/υδρομετεωρο/