υδροστρόβιλος
ο, ουσ.

- (τεχνολ.) υδροδυναμική μηχανή που κινείται με τη δύναμη του νερού [π.χ. σε χώρο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας – υδροηλεκτρικό εργοστάσιο] και μετατρέπει την κινητική ενέργεια σε ωφέλιμη μηχανική ενέργεια, συνών. υδροτουρμπίνα, υδραυλικός στρόβιλος, (φρ.) «υδροστρόβιλος αντίδρασης – Viktor Kaplan / δράσης – Lester Allen Pelton»,
- παλιρροιακή θαλάσσια δίνη, συνών. ρουφήχτρα, νεροστρόβιλος, ρούφουλας
- (μετεωρ.) ανεμοστρόβιλος που εκδηλώνεται πάνω σε υδάτινη επιφάνεια, συνών. υδροσίφωνας, υδατοστρόβιλος.
Ετυμολογία
< υδρο- [< αρχ. ὕδωρ] + στρόβιλος, μτφρδ. από την αγγλ. hydroturbine ή από τη γερμ. Wasserturbine.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδροστρόβιλος», σ. 865. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροστροβιλοσ/