navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υποπνέω

υποπνέω

ρ. [μετβ.]

(μετεωρ.) φυσώ ελαφρά [για άνεμο], αντών. φυσομανώ.

Ετυμολογία

< υπο- + πνέω.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποπνέω», σ. 875. https://navalhistory.gr/lexiko/υποπνεω/