υψηλός
-ή, -ό, επίθ.
- ψηλός, αυτός που έχει μεγάλο ύψος
- (μτφ.) για πρόσωπο που βρίσκεται στην ανώτατη βαθμίδα μιας ιεραρχίας
- [ως ουσ.] (μετεωρ.) πεδίο στο οποίο επικρατούν υψηλές βαρομετρικές πιέσεις, αντών. χαμηλό
- [το ουδ. ως ουσ.] το υψηλό, το όποιο πνευματικό ή ηθικό προτεινόμενο που εξυψώνει την ψυχή και προκαλεί μεγάλο εσωτερικό ενθουσιασμό με το μεγαλείο και την ανωτερότητα που το διέπει.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑψηλός [= ψηλός, μεγαλόπρεπος].
Επιρρήματα
υψηλά [επίρρ.]. Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι, τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις, αν μέν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υψηλός», σ. 880. https://navalhistory.gr/lexiko/υψηλοσ/