υποβρυχιακός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με το υποβρύχιο, συνών. υποθαλάσσιος
- (κατ’ επέκτ.) αυτός που διεξάγεται με ένα ή περισσότερα υποβρύχια, (φρ.) «υποβρυχιακός πόλεμος», «υποβρυχιακή βάση / δύναμη».
Ετυμολογία
< υποβρύχι(ον) -ακός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποβρυχιακός», σ. 871. https://navalhistory.gr/lexiko/υποβρυχιακοσ/