υψίστρωμα
το, ουσ. [συνήθως στον πληθ. υψιστρώματα]
(μετεωρ.) είδος γκριζωπού ή γαλαζωπού νέφους, το οποίο βρίσκεται σε ύψος από 2.000 έως 6.000 μ. κι αποτελείται από υδροσταγονίδια και παγοκριστάλλους.
Ετυμολογία
< ύψ(ος) < αρχ. ὕψι [αρχ. επίρρ.] [= α) σε υψηλό σημείο, ψηλά, σε ύψος, β) στο ανοικτό πέλαγος, στην ανοικτή θάλασσα] + στρώμα, σημδ. από τη λατιν. Altostratus.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υψίστρωμα», σσ. 880-881. https://navalhistory.gr/lexiko/υψιστρωμα/