navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τρίγωνο

τρίγωνο

το, ουσ.

  1. (μαθημ.) γεωμετρικό σχήμα που έχει τρεις πλευρές και τρεις γωνίες, (φρ.) «ισόπλευρο / ισοσκελές / σκαληνό / ορθογώνιο / οξυγώνιο / αμβλυγώνιο τρίγωνο», «σφαιρικό τρίγωνο», το σχήμα εκείνο του οποίου οι πλευρές είναι τόξα μιας σφαίρας
  2. όργανο σχεδιάσεως, γνώμονας
  3. ξυλουργικό εργαλείο
  4. (μουσ.) κρουστό μεταλλικό όργανο που αποτελείται από ένα στέλεχος σε σχήμα τριγώνου και από ένα χαλύβδινο ραβδάκι που το χτυπούν στην εσωτερική του επιφάνεια [συνήθως από τα παιδιά που λένε τα κάλαντα]
  5. προειδοποιητικό σήμα, φωτεινό ή με φωσφορίζουσα επίχρυση ή με αντανακλαστική ταινία, που τοποθετείται πίσω από σταματημένο όχημα, σε περίπτωση βλάβης
  6. είδος γλυκίσματος
  7. (αστρον.) «βόρειο / νότιο τρίγωνο», όνομα μικρών αστερισμών του βόρειου και του νότιου ημισφαιρίου αντίστοιχα
  8. (μτφ.) «ερωτικό τρίγωνο», ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο άντρες και μία γυναίκα ή σε δύο γυναίκες και έναν άντρα
  9. (φρ.) «Τρίγωνο των Κοραλλιών», τμήμα της θάλασσας των Φιλιππίνων που θεωρείται ως ένα «παγκόσμιο επίκεντρο της θαλάσσιας βιοποικιλότητας», «Τρίγωνο των Βερμούδων», αλλιώς «Τρίγωνο του Διαβόλου», θαλάσσια περιοχή στο δυτικό τμήμα του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού.

Ετυμολογία

<αρχ. τρίγωνον.

Σύνθετα

τριγωνομετρία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τρίγωνο», σσ. 843-844. https://navalhistory.gr/lexiko/τριγωνο/