navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τομή

τομή

η, ουσ.

  1. κόψιμο
  2. (ιατρ.) α) κόψιμο των μυϊκών ιστών, (φρ.) «καισαρική τομή», β) σημάδι που μένει στο δέρμα ως αποτέλεσμα κάποιου κοψίματος
  3. (αρχιτ.) προβολή μέρους του κτηρίου που προκύπτει από ένα υποθετικό κόψιμο
  4. (μαθημ.) το σύνολο των κοινών σημείων δύο γραμμών, επιφανειών ή στερεών σωμάτων, όταν τέμνονται μεταξύ τους, (φρ.) «χρυσή τομή»,
  5. (μτφ.) ριζική ή καινοτόμα ανανέωση σ’ έναν τομέα της ανθρώπινης γνώσης ή δραστηριότητας.

Ετυμολογία

< αρχ. τομή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τομή», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τομη/