τομή
η, ουσ.
- κόψιμο
- (ιατρ.) α) κόψιμο των μυϊκών ιστών, (φρ.) «καισαρική τομή», β) σημάδι που μένει στο δέρμα ως αποτέλεσμα κάποιου κοψίματος
- (αρχιτ.) προβολή μέρους του κτηρίου που προκύπτει από ένα υποθετικό κόψιμο
- (μαθημ.) το σύνολο των κοινών σημείων δύο γραμμών, επιφανειών ή στερεών σωμάτων, όταν τέμνονται μεταξύ τους, (φρ.) «χρυσή τομή»,
- (μτφ.) ριζική ή καινοτόμα ανανέωση σ’ έναν τομέα της ανθρώπινης γνώσης ή δραστηριότητας.
Ετυμολογία
< αρχ. τομή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τομή», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τομη/