τομέας
ο, ουσ.
- υποδιαίρεση πόλης ή περιοχής
- (γεωμ.) «τομέας κύκλου» ή «κυκλικός τομέας», το μέρος του κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και από το μεταξύ τους τόξο
- (φρ.) «σφαιρικός / επίπεδος / τομέας», «τομέας εφαρμοσμένης ανάλυσης / μαθηματικών / μηχανικής / φυσικής / ανθρωπιστικών σπουδών / κοινωνικών επιστημών / νομικών σπουδών» κ.λπ., 2. καθένα από τα κομμάτια ενός συνόλου.
Ετυμολογία
< αρχ. τομεύς [= αυτός που κόβει].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τομέας», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τομεασ/