σωματείο
το, ουσ.
οργανωμένο σύνολο προσώπων με κοινούς σκοπούς και επιδιώξεις, αναγνωρισμένο από το Πρωτοδικείο με καταστατικό και διοίκηση, συνδικάτο, συντεχνία, (φρ.) «σωματείο ναυτεργατών / ναυτικών / ναυτικών πρακτόρων / εργαζομένων ναυτικού νοσοκομείου Αθηνών».
Ετυμολογία
< μτγν. σωματεῖον.
Παράγωγα
σωματειακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σωματείο», σ. 816. https://navalhistory.gr/lexiko/σωματειο/