navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σπείρα

σπείρα

η, ουσ.

σπείρα, εικόνα από το έντυπο
  1. καθετί που περιστρέφεται γύρω από κάποιον άξονα χωρίς τα άκρα του να ενώνονται ποτέ
  2. (ηλεκτρολ.) οποιοσδήποτε αγωγός που τυλίγεται γύρω από κυλίνδρους δημιουργώντας ένα ηλεκτρομαγνητικό πηνίο
  3. (αρχιτ.) η βάση του ιωνικού κίονα
  4. (ζωολ.) ο γύρος σ’ ένα συνεστραμμένο όστρακο.

Ετυμολογία

< αρχ. σπεῖρα [= κάτι που είναι περιτυλιγμένο, κουλουριασμένο].

Παράγωγα

σπειραία, σπειραϊκός, σπειρώ.

Σύνθετα

σπειροβακτήρια, σπειροβόλος, σπειρογραφίδα, σπειροειδής, σπειρόκυκλος, σπειρόνημα, σπειροτόμος, σπειρόφυλλο, σπειροχαίτωση, σπειρύλλιο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπείρα», σ. 776. https://navalhistory.gr/lexiko/σπειρα/