στέμμα
το, ουσ.
- πολύτιμο κόσμημα που φορούν μονάρχες στο κεφάλι τους ως σύμβολο της εξουσίας τους, συνών. κορόνα, διάδημα, τιάρα [εκκλ.]
- (συνεκδ.) α) ο θεσμός της μοναρχίας, αλλά και β) ο ίδιος ο βασιλιάς
- (αστρον.) α) το εξωτερικό τμήμα της ατμόσφαιρας του ήλιου το οποίο γίνεται ορατό κατά τη διάρκεια των ολικών εκλείψεών του, β) φωτεινοί δακτύλιοι που εμφανίζονται στον ουράνιο θόλο γύρω από το δίσκο της Σελήνης, και λιγότερο συχνά, γύρω από φωτεινούς αστέρες και γήινες πηγές φωτός.
Ετυμολογία
< αρχ. στέφω [= τοποθετώ στέφανο] + [κατάλ.] -μα.
Σύνθετα
στεμματογράφος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στέμμα», σσ. 784-785. https://navalhistory.gr/lexiko/στεμμα/