σύνοδος
η, ουσ.
- συγκέντρωση ατόμων σε ορισμένο χώρο για συζήτηση και λήψη αποφάσεων
- (εκκλ.) συνέλευση μητροπολιτών και επισκόπων, (φρ.) «Ιερά Σύνοδος», ανώτατο εκκλησιαστικό συμβούλιο αποτελούμενο από μέλη όλων των ορθόδοξων Πατριαρχείων
- (αστρον.) ισοζυγία πλανητών.
Ετυμολογία
< αρχ. σύνοδος [= συνοδοιπόρος] < συν + -οδός < ὁδός [= διαδρομή, μονοπάτι, δίοδος, δρόμος, λεωφόρος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύνοδος», σ. 804. https://navalhistory.gr/lexiko/συνοδοσ/