συζυγία
η, ουσ.
- παράλληλη σύνδεση
- (αστρον.) η κατά προσέγγιση ευθυγράμμιση δύο ή περισσοτέρων πλανητών όταν παρατηρούνται από κάποια συγκεκριμένη θέση
- (γραμμ.) ο τρόπος που κλίνεται ένα ρήμα
- η ένωση δύο συζύγων, ο γάμος.
Ετυμολογία
< αρχ. συζυγία [= 1. σύζευξις, σε Ευρ. 2. ζευγάρι ζώων που έχει ζευτεί στον ίδιο ζυγό, σε Πλάτ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συζυγία», σ. 797. https://navalhistory.gr/lexiko/συζυγια/