σελήνη
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
1. (αστρον.) ουράνιο σώμα που είναι ο φυσικός δορυφόρος της γης.
Ετυμολογία
< αρχ. σελήνη / σελάνα < αρχ. σέλας [= λάμψη].
Παράγωγα
σεληνιακός, σεληνιάζομαι, σελήνιο, σεληνίτης.
Σύνθετα
σεληνογραφία, σεληνογραφικός, σεληνογράφος, σεληνοδρόμιο, σεληνοειδής, σεληνοηλιακός, σεληνοκεντρικός, σεληνοστάτης, σεληνοτοπογραφία, σεληνοτοπογράφος, σεληνοτροπισμός, σεληνόφως, σεληνοφώτιστος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σελήνη», σ. 750. https://navalhistory.gr/lexiko/σεληνη/