στεφάνη
η, ουσ.
- το στεφάνι, αντικείμενο που κατασκευάζεται από κλαδιά ή μέταλλο και διακοσμείται με άνθη ή κοσμήματα και προσφέρεται σε τιμώμενο πρόσωπο
- πρωτομαγιάτικό στεφάνι λουλουδιών
- στεφάνι σε νεκρική τελετή ή σε τιμητική επετειακή εκδήλωση
- (αστρον.) το εξωτερικό τμήμα του φωτεινού δακτυλίου γύρω από τον ήλιο ή από τη σελήνη κατά την διάρκεια της ολικής έκλειψή τους
- (γεωμ.) η επιφάνεια μεταξύ δύο άνισων ομόκεντρων περιφερειών
- (βοταν.) το σύνολο των πετάλων ενός άνθους
- (ανατ.) το τμήμα του δοντιού που βρίσκεται έξω από τα ούλα, 8 (γενικότ.) ονομασία αντικειμένων που ομοιάζουν με στεφάνι, τσέρκι, κολάρο, δακτύλιος σιδερένιος], (φρ.) «στεφάνη εκκέντρου / εμβόλου / ιστού / σύσφιγξης / τροχού / ματσόλας / φωτιζόμενη».
Ετυμολογία
< μτγν. στεφάνη [= κυκλικό γείσο] με αρχ. σημ. [= διάδημα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στεφάνη», σ. 785. https://navalhistory.gr/lexiko/στεφανη/