σορτ(ς)
το, άκλ. ουσ.
(ενδυμ.) είδος κοντού παντελονιού.
Ετυμολογία
< αγγλ. short [= κοντός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σορτ(ς)», σ. 774. https://navalhistory.gr/lexiko/σορτσ/
Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σορτ(ς)
το, άκλ. ουσ.
(ενδυμ.) είδος κοντού παντελονιού.
< αγγλ. short [= κοντός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σορτ(ς)», σ. 774. https://navalhistory.gr/lexiko/σορτσ/