σουτάς
ο, ουσ. [πληθ. σουτάδες]
(ενδυμ.) χρωματιστό και γυαλιστερό διακοσμητικό κορδόνι, είδος πλεξούδας, που χρησιμοποιείται σε ρούχα, κοσμήματα, παπούτσια, πέδιλα, τσάντες, στρατιωτικές στολές κ.α.
Ετυμολογία
< γαλλ. soutache.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σουτάς», σ. 776. https://navalhistory.gr/lexiko/σουτασ/