τζάκετ
το, άκλ. ουσ.

(ενδυμ.) α) χειμωνιάτικο πανωφόρι με επένδυση από γούνα ή άλλο υφασμάτινο υλικό, β) στρατιωτικό χειμωνιάτικο σακάκι με γήινα χρώματα παραλλαγής, γ) ναυτικό ημίπαλτο, σε χρώμα σκούρο μπλε.
Ετυμολογία
< αγγλ. jacket < γαλλ. jaquette < jaque [= κοντό παλτό] < ίσως από το κύρ. όν. Jacques ως προσωνύμιο χωρικών.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τζάκετ», σ. 827. https://navalhistory.gr/lexiko/τζακετ/