σουρωτήρι
το, ουσ.
τρυπητό σκεύος της κουζίνας με το οποίο διηθίζουμε κάποιο αφέψημα ή πολτώδες φαγητό, σάλτσα κ.λπ., στραγγιστήρι.
Ετυμολογία
< σουρώνω + [το επίθημα] -τήρι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σουρωτήρι», σ. 775. https://navalhistory.gr/lexiko/σουρωτηρι/