σιδηροπυρίτης
ο, ουσ.
(ορυκτ.) θειούχο ορυκτό του σιδήρου, παλαιότερη ονομασία ψευδόχρυσος [αγγλ. «fools gold»] λόγω του χρώματός του.
Ετυμολογία
< σίδηρο- + πυρίτης < αρχ. πῦρ, μτφρδ. από τη αγγλ. iron pyrite.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιδηροπυρίτης», σ. 759. https://navalhistory.gr/lexiko/σιδηροπυριτησ/