σαράκι
το, και σάρακας, ο, ουσ.
- (ζωολ.) σκουλήκι που ανοίγει τρύπες σε ξύλα και τα καταστρέφει, συνών. σκόρος
- (μτφ.) α) αρρώστια που φθείρει τον άνθρωπο, β) βαριά στεναχώρια που διαιωνίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνών. μαράζι.
Ετυμολογία
< σαράκιον, υποκ. του μτγν. σάραξ, γεν. -ακος, ίσως < σήρ [= μεταξοσκώληκας] με επίθημα -ακ- ίσως όμως ανάγεται και στο εθνωνύμιο Σήρες [= Κινέζοι] < κινεζ. se [= μετάξι], από όπου και το λατιν. Seres.
Παράγωγα
σαρακιάζω, σαράκιασμα, σαρακιάρικος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαράκι», σ. 746. https://navalhistory.gr/lexiko/σαρακι/