navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαράκι

σαράκι

το, και σάρακας, ο, ουσ.

  1. (ζωολ.) σκουλήκι που ανοίγει τρύπες σε ξύλα και τα καταστρέφει, συνών. σκόρος
  2. (μτφ.) α) αρρώστια που φθείρει τον άνθρωπο, β) βαριά στεναχώρια που διαιωνίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνών. μαράζι.

Ετυμολογία

< σαράκιον, υποκ. του μτγν. σάραξ, γεν. -ακος, ίσως < σήρ [= μεταξοσκώληκας] με επίθημα -ακ- ίσως όμως ανάγεται και στο εθνωνύμιο Σήρες [= Κινέζοι] < κινεζ. se [= μετάξι], από όπου και το λατιν. Seres.

Παράγωγα

σαρακιάζω, σαράκιασμα, σαρακιάρικος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαράκι», σ. 746. https://navalhistory.gr/lexiko/σαρακι/