navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρύγχος

ρύγχος

το, ουσ.

  1. (ιχθυολ.) το εμπρόσθιο τμήμα του κρανίου των ψαριών [η μύτη και το στόμα] που προεξέχει από το υπόλοιπο κεφάλι
  2. (ζωολ.) η μουσούδα των ζώων
  3. (μτφ.) σουβλερή άκρη διαφόρων οργάνων, εργαλείων κ.λπ.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥύγχος.

Παράγωγα

ρυγχαίος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρύγχος», σ. 736. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυγχοσ/