ρύγχος
το, ουσ.
- (ιχθυολ.) το εμπρόσθιο τμήμα του κρανίου των ψαριών [η μύτη και το στόμα] που προεξέχει από το υπόλοιπο κεφάλι
- (ζωολ.) η μουσούδα των ζώων
- (μτφ.) σουβλερή άκρη διαφόρων οργάνων, εργαλείων κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥύγχος.
Παράγωγα
ρυγχαίος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρύγχος», σ. 736. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυγχοσ/