σκύλος
ο, ουσ.
- (ζωολ.) το σκυλί
- (ιχθυολ.) α) το σκυλόψαρο, β) οποιοδήποτε καρχαριοειδές
- (μτφ.) άτομο που συμπεριφέρεται με ανάγωγο και βίαιο τρόπο.
Ετυμολογία
< μτγν. σκύλ(λ)ος < αρχ. σκύλαξ [= κουτάβι].
Σύνθετα
σκυλοκρομμύδα, σκυλομούρης, σκυλόμυγα, σκυλοτόμαρο, σκυλότριχα, σκυλοφάγωμα, σκυλόψυχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκύλος», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκυλοσ/