navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκύλος

σκύλος

ο, ουσ.

  1. (ζωολ.) το σκυλί
  2. (ιχθυολ.) α) το σκυλόψαρο, β) οποιοδήποτε καρχαριοειδές
  3. (μτφ.) άτομο που συμπεριφέρεται με ανάγωγο και βίαιο τρόπο.

Ετυμολογία

< μτγν. σκύλ(λ)ος < αρχ. σκύλαξ [= κουτάβι].

Σύνθετα

σκυλοκρομμύδα, σκυλομούρης, σκυλόμυγα, σκυλοτόμαρο, σκυλότριχα, σκυλοφάγωμα, σκυλόψυχος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκύλος», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκυλοσ/