navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποπλέω

αποπλέω

ρ. [αμετβ.]

απομακρύνομαι από το λιμάνι πλέοντας προς τα ανοικτά, ναυσιπλοώ, εκπλέω, σηκώνω πανιά,

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπο-πλέω, και ἀποπλείω [Ιων. διάλεκτος] [= πλέω μακριά από έναν τόπο για να μεταβώ σε άλλον].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποπλέω», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπλεω/