αναχωρώ
ρ. [αμετβ.]
φεύγω για συγκεκριμένο τόπο, αποχωρώ, απομακρύνομαι.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀναχωρῶ [= αποχωρώ, επιστρέφω].
Παράγωγα
αναχωρητής [= ερημίτης].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναχωρώ», σ. 86. https://navalhistory.gr/lexiko/αναχωρω/