navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρίσμα

πρίσμα

το, ουσ.

πρίσμα, εικόνα από το έντυπο
  1. (γεωμ.) πολύεδρο γεωμετρικό σώμα που έχει δύο ίσες και παράλληλες βάσεις, ενώ οι υπόλοιπες πλευρές του κάθετες προς αυτές τις δύο, (φρ.) «κανονικό / κολοβό / ορθό / πλάγιο πρίσμα»,
  2. (φυσ.) [οπτική] ως διαφανές στερεό επιτυγχάνει τη διάθλαση του φωτός
  3. (μτφ.) κριτικός τρόπος εξέτασης.

Ετυμολογία

< μτγν. πρῖσμα.

Παράγωγα

πρισματικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρίσμα», σ. 698. https://navalhistory.gr/lexiko/πρισμα/