πρίσμα
το, ουσ.

- (γεωμ.) πολύεδρο γεωμετρικό σώμα που έχει δύο ίσες και παράλληλες βάσεις, ενώ οι υπόλοιπες πλευρές του κάθετες προς αυτές τις δύο, (φρ.) «κανονικό / κολοβό / ορθό / πλάγιο πρίσμα»,
- (φυσ.) [οπτική] ως διαφανές στερεό επιτυγχάνει τη διάθλαση του φωτός
- (μτφ.) κριτικός τρόπος εξέτασης.
Ετυμολογία
< μτγν. πρῖσμα.
Παράγωγα
πρισματικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρίσμα», σ. 698. https://navalhistory.gr/lexiko/πρισμα/