πλάτος
το, ουσ.
- η μία από τις τρεις διαστάσεις των στερεών σωμάτων, το φάρδος
- (λογοτ.-πληθ.) μεγάλη, αχανής έκταση
- (γεωγρ.-αστρον.) [φρ.] «γεωγραφικό πλάτος», η γωνιακή απόσταση σημείου της γης ή της ουράνιας σφαίρας από τον ισημερινό πάντοτε μετρούμενη σε μοίρες
- (φυσ.) [φρ.] «πλάτος παλμικής κίνησης», η μέγιστη τιμή στην οποία φτάνει μια ταλάντωση κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, «πλάτος διάκενου / φασματικών γραμμών / καμαριού ή ζυγού / κύματος / νομέως / πλοίου», «γεωκεντρικό / ηλιοκεντρικό / μέσο / νότιο / ουράνιο / ελλειπτικό / γεωμαγνητικό πλάτος κ.ά».
Ετυμολογία
[για την 1η και 2η ερμ.] < αρχ. πλάτος, [για την 3η ερμ.] μτγν. [για την 4η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. amplitude.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλάτος», σ. 670. https://navalhistory.gr/lexiko/πλατοσ/